Δημήτρη Στρατούλη
Μέλους της Π.Γ. του ΣΥΝ
Αντιπροέδρους του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ/ΑΔΕΔΥ
Παραπομπή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης των γυναικών.
Τι κρύβεται πίσω από αυτή;
Σχετικά με την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στα τέλη Ιούνη για την παραπομπή της χώρας μας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για τα ισχύοντα ευνοϊκότερα από των ανδρών όρια συνταξιοδότησης των γυναικών δημοσίων υπαλλήλων, η όλη αντιπαράθεση που ξέσπασε αυτή την εβδομάδα μεταξύ της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ αφορά όχι την ουσία, αλλά το εάν η κυβέρνηση γνώριζε ή όχι γι’ αυτή την παραπομπή και γιατί την απέκρυψε από τους ασφαλισμένους της χώρας μας για τόσες ημέρες.
To κύριο όμως πρόβλημα δεν είναι, εάν ενημερώθηκε ή όχι η ελληνική κυβέρνηση για τη σχετική απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και εάν την δημοσιοποίησε έγκαιρα, αλλά το τι έκανε για να μην παρθεί αυτή η αρνητική για δημόσια κοινωνική ασφάλιση και τους ασφαλισμένους της χώρας μας απόφαση. Γιατί δεν πήρε έγκαιρα αποτελεσματικές πολιτικές πρωτοβουλίες, ώστε να πιέσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, για να μην υπάρξει αυτή η εξευτελιστική για τη χώρα μας παραπομπή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για θέματα δημόσιας κοινωνικής ασφάλισης, για τα οποία ισχύει η «αρχή της επικουρικότητας»; Όταν δηλαδή είναι γνωστό, ότι η ρύθμισή τους είναι αποκλειστικής αρμοδιότητας του κάθε κράτους μέλους της Ε.Ε., σύμφωνα με τα άρθρα 48 – 51 της ισχύουσας Συνθήκης της ΕΕ.
Η πιο σοβαρή συνέπεια αυτής της παραπομπής είναι, ότι όποια κι αν είναι η καταδικαστική απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, ακόμα δηλαδή κι εάν μειώσει και το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης των ανδρών με βάση τη νομική αρχή της υπεροχής της πιο ευνοϊκής από τις ισχύουσες ρυθμίσεις, αντί να ανεβάσει αυτό των γυναικών, και πάλι θα δημιουργηθεί νέο μεγάλο πρόβλημα για τον ίδιο τον χαρακτήρα της κοινωνικής ασφάλισης των δημοσίων υπαλλήλων.
Κι’ αυτό, γιατί, για να παρακάμψει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο την «αρχή της επικουρικότητας» που ισχύει για τη δημόσια κοινωνική ασφάλιση και για αποκτήσει την αρμοδιότητα να εκδώσει την όποια απόφαση για το συγκεκριμένο ζήτημα των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, θα πρέπει να αποχαρακτηρίσει την κύρια ασφάλιση των δημοσίων υπαλλήλων από δημόσια και να την θεωρήσει επαγγελματική ασφάλιση. Αυτό όμως θα σημαίνει, ότι παύει να ισχύει για την ασφάλιση των δημοσίων υπαλλήλων η Συνταγματική εγγύηση του κράτους και ότι αυτή ουσιαστικά μετατρέπεται από δημόσια σε ιδιωτική ασφάλιση.
Η κυβέρνηση κάνει τον τροχονόμο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης των γυναικών αλλά και γενικότερα στο ασφαλιστικό. Κρύβεται πίσω από την παραπομπή της χώρας μας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για να δημιουργήσει κλίμα «ασφαλιστικής τρομοκρατίας», ώστε να διευκολύνει την προώθηση μετεκλογικά των δεσμεύσεων της στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο όνομα του στόχου μηδενισμού των δημόσιων ελλειμμάτων μέχρι το 2010, για κατεδάφιση της δημόσιας κοινωνικής ασφάλισης και αφαίρεση δικαιωμάτων όλων των ασφαλισμένων, ανδρών και γυναικών. Η συμπεριφορά της αυτή όμως είναι επικίνδυνη και για τους ασφαλισμένους και για τη χώρα. Η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ κάνει πως δεν καταλαβαίνει τι πραγματικά συμβαίνει και ασχολείται με δευτερεύουσες πλευρές της υπόθεσης, γιατί επί της ουσίας δεν έχει εναλλακτική πολιτική για το ασφαλιστικό.
Αφού η κυβέρνηση δεν μπορεί και δεν θέλει να στηρίξει την δημόσια κοινωνική ασφάλιση της χώρας μας, θα πρέπει τα συνδικάτα των εργαζομένων να αναλάβουν την υπεράσπιση της και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και στους δρόμους και όπου αλλού χρειαστεί.
Οι ασφαλισμένοι ως πολίτες με τους αγώνες αλλά και τις ψήφους τους στις προσεχείς εκλογές μπορούν να βάλουν μεγάλα φράγματα, όπως επί εποχής Γιαννίτση το 2001, στα μετεκλογικά σχέδια των ΝΔ και ΠΑΣΟΚ για το ασφαλιστικό. Με την δραστική μείωση της πολιτικής και εκλογικής επιρροής τους και με την ενίσχυση του ενωτικού ψηφοδελτίου του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να μπορεί να ελέγχει πιο αποτελεσματικά όποιο κόμμα από τα δύο κερδίσει τις εκλογές και να μπορεί να ανακόψει τις μετεκλογικές κρυφές ατζέντες τους όχι μόνο για το ασφαλιστικό, αλλά και για νέα λιτότητα σε βάρος των φτωχών κοινωνικών στρωμάτων, για ολοκλήρωση του ξεπουλήματος του δημόσιου και κοινωνικού πλούτου και για νέα αύξηση του φόρου των φτωχών, δηλαδή του ΦΠΑ.